ἔνδετος

ἔνδετος, ον,
A bound to, entangled in,

πάγαις AP9.372

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ένδετος — ἔνδετος, ον (Α) δεμένος, μπλεγμένος …   Dictionary of Greek

  • ἔνδετον — ἔνδετος bound to masc/fem acc sg ἔνδετος bound to neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νευρένδετος — νευρένδετος, ον (Α) δεμένος ή τεταμένος με νευρά, με χορδή, ή αυτός που φέρει τεταμένες χορδές («κιθάρη νευρένδετος», Μανέθ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < νευρά «χορδή» + ἔνδετος (< ἐνδέω [Ι] «δένω, συνδέω»), πρβλ. αργυρ ένδετος, χρυσ ένδετος] …   Dictionary of Greek

  • σιδηρένδετος — ον, Μ συνδεδεμένος με σίδηρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδηρο * + ἔνδετος (< ἐνδέω «συνδέω»), πρβλ. ἀργυρ ένδετος] …   Dictionary of Greek

  • αγκυλένδετος — ἀγκυλένδετος, ον (Α) ο δεμένος, οπλισμένος με ακόντια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγκύλη + ἔνδετος] …   Dictionary of Greek

  • αλληλένδετος — η, ο (ΑΜ ἀλληλένδετος, ον) συνήθως στον πληθ. (κυριολ. και μτφ.) αυτοί που αμοιβαία συνδέονται με άλλους, αυτοί που αμοιβαία εξαρτώνται από άλλους νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το αλληλένδετο αλληλοσύνδεοη, αλληλεξάρτηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλληλ(ο) * +… …   Dictionary of Greek

  • αργυρένδετος — ἀργυρένδετος, ον (Α) ο δεμένος, ο διακοσμημένος με άργυρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < άργυρος + ένδετος < ενδέω (Ι) «προσδένω, στερεώνω»] …   Dictionary of Greek

  • χρυσένδετος — ον, Α 1. δεμένος με χρυσό («ἐδωρεῑτο χρυσένδετον σμάραγδον», Πλούτ.) 2. διακοσμημένος με χρυσό. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο) * + ἐνδετός «δεμένος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.